disputed

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

disputed (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος dispute
  • They disputed the issue loudly

Επίθετο[επεξεργασία]

disputed (en)

  • The theory, though common, was widely disputed.