draperie

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
draperie draperies

draperie (fr) θηλυκό

  1. (παρωχημένο) ύφασμα ή ένδυμα από τσόχα
  2. μάλλινο ύφασμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
draperie draperies

draperie (fr) θηλυκό

  1. η κατασκευή και το εμπόριο της τσόχας
  2. το επάγγελμα τοο κατασκευαστή και του έμπορα τσόχας
  3. το εργοστάσιο τσόχας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: drap