τσόχα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσόχα τσόχες
γενική τσόχας (τσοχών)
αιτιατική τσόχα τσόχες
κλητική τσόχα τσόχες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσόχα < τουρκική çuha < περσική چوخا (chukha, μάλλινο ένδυμα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσόχα θηλυκό

  1. ένα μαλακό μάλλινο ύφασμα
  2. ύφασμα που χρησιμοποιείται για να καλύψει τραπέζια μπιλιάρδου
    συνώνυμα: πράσινο ύφασμα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]