Μετάβαση στο περιεχόμενο

duckling

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
duckling ducklings

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

duckling (en)