Μετάβαση στο περιεχόμενο

dwell

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας dwell
γ΄ ενικό ενεστώτα dwells
αόριστος dwelt
παθητική μετοχή dwelt
ενεργητική μετοχή dwelling
αγγλικά ανώμαλα ρήματα
Αόριστος και παθητική μετοχή dwelled, στις ΗΠΑ.

dwell (en)