dwell

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας dwell
γ΄ ενικό ενεστώτα dwells
αόριστος dwelt
παθητική μετοχή dwelt
ενεργητική μετοχή dwelling
αγγλικά ανώμαλα ρήματα
Αόριστος και παθητική μετοχή dwelled, στις ΗΠΑ.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

dwell (en)