efeito

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
efeito efeitos

efeito (pt) αρσενικό

  1. η εντύπωση
  2. το εφέ