εφέ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εφέ < γαλλική effet < παλαιά γαλλική effet < λατινική effectus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος efficio < facio < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dʰeh₁- (τίθημι)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.ˈfε/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εφέ ουδέτερο άκλιτο

  1. οπτικό, ηχητικό ή άλλο στοιχείο (σε κινηματογραφικό έργο, θεατρική παράσταση κ.λπ.) που (με εντυπωσιακό συνήθως τρόπο) τραβά την προσοχή κάποιου ή προσδίδει αληθοφάνεια
  2. εντύπωση, αίσθηση (συνήθως στην έκφραση κάνω εφέ), που αποσκοπεί στην προσέλκυση της προσοχής και στην πρόκληση θαυμασμού

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]