effect

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
effect effects

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

effect (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) το αποτέλεσμα, η επίδραση
    The punishment has no effect on him.
    Η τιμωρία δεν είχε επίδραση πάνω του.
    When the effect of the medicine wore off…
    Όταν πέρασε η επίδραση του φαρμάκου…
     συνώνυμα:  impact, influence και repercussion
  2. το εφέ
  3. η ισχύς (όταν κάτι αρχίζει να ισχύει)
    come into effect - τίθεμαι σε ισχύ
  4. in effect: στην πραγματικότητα, στην πράξη

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]