effect

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

effect (en)

  1. το αποτέλεσμα
  2. το εφέ
  3. η ισχύς (όταν κάτι αρχίζει να ισχύει)
    come into effect - τίθεμαι σε ισχύ
  4. in effect: στην πραγματικότητα, στην πράξη