effarement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɛ.faʁ.mɑ̃/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
effarement effarements

effarement (fr) αρσενικό