efficiency
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| efficiency | efficiencies |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]efficiency (en)
- (μη μετρήσιμο) η αποδοτικότητα, η απόδοση, η ιδιότητα του αποδοτικού
We have reached a high degree of efficiency.
- Φτάσαμε σε υψηλό βαθμό αποδοτικότητας.
The efficiency of government services is bad.
- Η απόδοση των κρατικών υπηρεσιών είναι κακή.
- (μη μετρήσιμο) η απόδοση, η σχέση μεταξύ της ποσότητας ενέργειας που πηγαίνει σε μια μηχανή και της ποσότητας που αυτή παράγει
thermal/mechanical efficiency - θερμική/μηχανική απόδοση
total/mean efficiency - ολική/μέση απόδοση
- η γκαρσονιέρα, διαμέρισμα ενός δωματίου