efficiency

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

efficiency (en)

  1. η αποτελεσματικότητα
  2. η απόδοση, αποδοτικότητα μιας συσκευής
  3. η γκαρσονιέρα, διαμέρισμα ενός δωματίου