Μετάβαση στο περιεχόμενο

effort

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
effort efforts

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

effort (en)

  • η προσπάθεια, ο αγώνας
    παράδειγμα  They have not made any effort to integrate with the local community.
    Δεν έχουν καταβάλει καμία προσπάθεια να ενταχθούν στην τοπική κοινότητα.



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
effort efforts

effort (fr) αρσενικό