ekskavatoro
Εμφάνιση
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ekskavatoro < ekskavator + -o
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ekskavatoro | ekskavatoroj |
| αιτιατική | ekskavatoron | ekskavatorojn |
ekskavatoro (eo)