eléctrico

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

eléctrico (es)



Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
eléctrico eléctricos

eléctrico (pt) αρσενικό

  1. το τραμ

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • de eléctrico - (πηγαίνοντας, κυκλοφορώντας) με το τραμ