embezzle
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | embezzle |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | embezzles |
| αόριστος | embezzled |
| παθητική μετοχή | embezzled |
| ενεργητική μετοχή | embezzling |
embezzle (en)
- υπεξαιρώ, κάνω κατάχρηση χρημάτων
He embezzled money from the fund.
- Υπεξαίρεσε χρήματα από το ταμείο.