emit

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /iˈmɪt/ και /ɪˈmɪt/
ήχος (ΗΠΑ) 

Ρήμα[επεξεργασία]

emit (en)

  1. αναδίδω (πχ οσμή)
  2. εκπέμπω (πχ καυσαέρια)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]