Μετάβαση στο περιεχόμενο

endémique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɑ̃.de.mik/

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
endémique endémiques

endémique (fr) αρσενικό ή θηλυκό