ενδημικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ενδημικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική endémique < αρχαία ελληνική ἐν + δῆμος

Open book 01.svg Επίθετο[]

ενδημικός

  1. (ιατρική): για κάτι (αρρώστια ή άλλο παθολογικό φαινόμενο) που ενδημεί, τείνει να εμφανίζεται συχνά ή με κάποια μεγάλη διάρκεια σε ένα συγκεκριμένο τόπο
    το AIDS είναι πια δυστυχώς ενδημική ασθένεια σε πολλές χώρες της Αφρικής
  2. (βιολογία): (για την πανίδα και την χλωρίδα) είδος που συναντάται μόνο σε έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό τόπο, π.χ. νησί.
    παράδειγμα ενδημικού είδους από τον κόσμο των ζώων αποτελεί το γνωστό κρι-κρι, αγριοκάτσικο που συναντάμε μόνο στα ορεινά της Κρήτης (Capra aegagrus cretica).
  3. κάτι που παρουσιάζεται σε έναν τόπο, μέρος και είναι εγγενές με τον τόπο, μέρος αυτό
    η αραβοϊσραηλινή αντιπαράθεση είναι, εκ πρώτης όψεως, ενδημικού χαρακτήρα με βαθύτερες προεκτάσεις σε όλην τη Μέση Ανατολή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]