entitle
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | entitle |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | entitles |
| αόριστος | entitled |
| παθητική μετοχή | entitled |
| ενεργητική μετοχή | entitling |
Ρήμα
[επεξεργασία]entitle (en)
- (συνήθως στην παθητική φωνή) δικαιούμαι, δίνω σε κάποιον το δικαίωμα να κάνει κάτι
He is entitled to a pension.
- Δικαιούται να πάρει σύνταξη.
I’m entitled to a little rest.
- Δικαιούμαι να ξεκουραστώ λίγο.
This entitles me to…
- Αυτό μου δίνει το δικαίωμα να…
I am entitled to compensation.
- Έχω αξίωση για αποζημίωση.
- (συνήθως στην παθητική φωνή) τιτλοφορώ, δίνω έναν τίτλο σε ένα βιβλίο, ταινία κτλ.
a book entitled “Zorbas” - ένα βιβλίο τιτλοφορούμενο «Ζορμπάς»
- δίνω έναν τιμητικό τίτλο (σε κάποιον)