fairy

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

fairy < Μέση Αγγλική fairie < Αρχαία Γαλλική faerie, fae + -erie (κατάληξη αφηρημένων ουσιαστικών) < Δημώδης Λατινική Fāta ("θεά της μοίρας") < Λατινική fātum ("μοίρα")

Στην αγγλική γλώσσα εμφανίστηκε περίπου από το 1300, πρώτα με την έννοια της "γοητείας, ψευδαίσθησης, ονείρου" και αργότερα του "βασίλειο των νεράιδων, νεραϊδοχώρα" ή "των κατοίκων της νεραϊδοχώρας" (συλλογικά).

Η εκ νέου ερμηνεία του όρου ως ενός μετρήσιμου ουσιαστικού που δηλώνει μεμονωμένα τους κατοίκους της νεραϊδοχώρας μπορεί να αποδοθεί στη δεκαετία του 1390, αλλά γίνεται κοινό μόνο στο 16ο αιώνα.

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈfɛəɹɪ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

fairy (en) (πληθυντικός fairies)

  1. (μη μετρήσιμο, απαρχαιωμένο) το βασίλειο της νεράιδας· γοητεία, ψευδαίσθηση.
  2. Ένα μυθικό ον το οποίο είχε μαγικές δυνάμεις, γνωστό σε πολλά μεγέθη και περιγραφές, αν και συχνά εικονίζεται σε σύγχρονες εικονογραφήσεις μόνο ως μικρό και ξωτικό με φτερά-σαν-γάζες· Ένα τελώνιο.
  3. (Βόρεια Αγγλία, ΗΠΑ, μειωτικό, καθομιλούμενο) ένας αρσενικός ομοφυλόφιλος, ιδιαίτερα κάποιος ο οποίος είναι θηλυπρεπής.
  4. (παγανισμός) Ένα πνεύμα της φύσης σεβαστό στο σύγχρονο παγανισμό.

Συνώνυμα[επεξεργασία]