Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κύριο μενού
Κύριο μενού
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πρόσφατες αλλαγές
Κατηγορίες
Δημιουργήστε!
Ζητήστε!
Βικιδημία - Talk
Σελίδες συζήτησης
Νέες σελίδες
Ειδικές σελίδες
Τυχαία σελίδα
Βοήθεια
Πρότυπα
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εμφάνιση
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Προσωπικά εργαλεία
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Περιεχόμενα
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Αρχή
1
Αγγλικά (en)
Εναλλαγή
Αγγλικά (en)
υποενότητας
1.1
Ουσιαστικό
1.2
Πηγές
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
faith
57 γλώσσες
አማርኛ
العربية
Български
বাংলা
Català
Corsu
Čeština
Cymraeg
Dansk
English
Esperanto
Español
Eesti
فارسی
Suomi
Français
Magyar
Հայերեն
Ido
Íslenska
Italiano
日本語
Қазақша
ភាសាខ្មែរ
ಕನ್ನಡ
한국어
Kurdî
Кыргызча
Limburgs
ລາວ
Lietuvių
Malagasy
മലയാളം
မြန်မာဘာသာ
Nederlands
Occitan
Oromoo
Polski
پښتو
Português
Русский
संस्कृतम्
Sängö
တႆး
සිංහල
Simple English
Gagana Samoa
Svenska
Kiswahili
தமிழ்
తెలుగు
ไทย
Türkçe
اردو
Tiếng Việt
Walon
中文
Σελίδα
Συζήτηση
Ελληνικά
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Εργαλειοθήκη
Εργαλεία
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Ενέργειες
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Γενικά
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Επιφόρτωση αρχείου
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραπομπή αυτής της σελίδας
Λάβετε συντομευμένη διεύθυνση URL
Μετάβαση σε παλαιότερο αναλυτή
Εκτύπωση/εξαγωγή
Δημιουργία βιβλίου
Κατέβασμα ως PDF
Εκτυπώσιμη έκδοση
Σε άλλα εγχειρήματα
Εμφάνιση
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en)
[
επεξεργασία
]
Ουσιαστικό
[
επεξεργασία
]
faith
(en)
(
μη
μετρήσιμο
)
η
πίστη
, εμπιστοσύνη στις ικανότητες ή τις γνώσεις κάποιου· εμπιστοσύνη ότι κάποιος ή κάτι θα κάνει αυτό που έχει υποσχεθεί
my
faith
in you
- η
πίστη
μου σε σένα
You can’t put your
faith
in this man.
Δεν μπορείς να δώσεις
πίστη
σ΄ αυτόν τον άνθρωπο.
His
faith
in the accuracy of his views was shaken.
Κλονίστηκε η
πίστη
στην ορθότητα των απόψεών του.
≈
συνώνυμα
:
→
δείτε
τη
λέξη
belief
(
μη
μετρήσιμο
, ενικός
) η
πίστη
, βαθιά θρησκευτική πίστη
Your
faith
has saved you.
Η
πίστη
σου σ΄ έσωσε.
His
faith
in God was unwavering.
Η
πίστη
του στο Θεό ήταν ακλόνητη.
I am fighting for
faith
and country.
Μάχομαι υπέρ
πίστεως
και πατρίδος.
≈
συνώνυμα
:
→
δείτε
τη
λέξη
belief
η
πίστη
, μια συγκεκριμένη θρησκεία
the Christian
faith
- η χριστιανική
πίστη
Πηγές
[
επεξεργασία
]
faith
-
Oxford Learner's Dictionaries
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
Ουσιαστικά (αγγλικά)
Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
faith
57 γλώσσες
Προσθήκη θέματος