Μετάβαση στο περιεχόμενο

fall behind

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας fall behind
γ΄ ενικό ενεστώτα falls behind
αόριστος fell behind
παθητική μετοχή fallen behind
ενεργητική μετοχή falling behind

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
fall behind <  δείτε τις λέξεις fall και behind

fall behind (en)

  • (αμετάβατο) πέφτω, έχω άσχημη απόδοση
    παράδειγμα  He fell behind with math/in math.
    Έπεσε στα μαθηματικά.