Μετάβαση στο περιεχόμενο

false

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός false
συγκριτικός falser
υπερθετικός falsest

Επίθετο

[επεξεργασία]

false (en)

  1. ψεύτικος, ψευδής, αναληθής, πλαστός, λανθασμένος· δεν είναι σωστό ή αληθινό
    παράδειγμα  false information/news - ψεύτικες πληροφορίες/ειδήσεις
    παράδειγμα  The opposing party tried to smear the candidate with false accusations.
    Η αντίπαλη παράταξη προσπάθησε να δυσφημήσει τον υποψήφιο με ψευδείς κατηγορίες.
    παράδειγμα  a false rumor - αναληθής φήμη
    παράδειγμα  a false narrative - πλαστή αφήγηση
     συνώνυμα:  fictitious, erroneous, incorrect, spurious, untruthful, untrue και wrong
  2. ψεύτικος, τεχνητός, όχι φυσικός
    παράδειγμα  false teeth - ψεύτικα δόντια
    παράδειγμα  false eyelashes - τεχνητές βλεφαρίδες
     συνώνυμα: artificial,  και δείτε τη λέξη fake
  3. ψεύτικος, πλαστός, που είναι κατασκευασμένος με απομίμηση ή παραποίηση του γνήσιου, με σκοπό την εξαπάτηση
    παράδειγμα  a false document/passport - ψεύτικο έγγραφο/διαβατήριο
    παράδειγμα  false banknotes - πλαστά χαρτονομίσματα
     συνώνυμα: counterfeit,  και δείτε τη λέξη fake
  4. ψευδής, λαθεμένος, ψεύτικος, που δεν είναι ακριβές γιατί έχει γίνει λάθος
    παράδειγμα  a false impression - ψευδής εντύπωση
    παράδειγμα  a false perception - λαθεμένη αντίληψη
    παράδειγμα  a false alarm - ψεύτικος συναγερμός
  5. ψεύτικος, ψευδής, για τη συμπεριφορά των ανθρώπων που δεν είναι αληθινή ή ειλικρινής
    παράδειγμα  a false smile - ψεύτικο χαμόγελο
    παράδειγμα  false enthusiasm - ψευδής ενθουσιασμός
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη disingenuous

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]