Μετάβαση στο περιεχόμενο

februara

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
februara < Februar- + -a

Επίθετο

[επεξεργασία]
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική februarafebruaraj
αιτιατική februaranfebruarajn

februara (eo)

  1. σχετικός με τον Φεβρουάριο, φλεβαριάτικος
    la februara numero de la revuo - το νούμερο του Φεβρουαρίου του περιοδικού