Μετάβαση στο περιεχόμενο

flexible

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός flexible
συγκριτικός more flexible
υπερθετικός most flexible

flexible (en)

  1. ευέλικτος, που μπορεί να προσαρμόζεται και να αλλάζει ώστε να ανταποκρίνεται σε νέες συνθήκες ή καταστάσεις
    παράδειγμα  We are taking a more flexible approach.
    Ακολουθούμε μια πιο ευέλικτη προσέγγιση.
    παράδειγμα  My new job offers flexible working hours.
    Η νέα μου δουλειά προσφέρει ευέλικτο ωράριο εργασίας.
    παράδειγμα  Our plans need to be flexible enough to cater to the needs of everyone.
    Τα σχέδιά μας πρέπει να είναι αρκετά ευέλικτα ώστε να καλύπτουν τις ανάγκες όλων.
    παράδειγμα  You need to be more flexible and imaginative in your approach to things.
    Πρέπει να είσαι πιο ευέλικτος και ευρηματικός στον τρόπο που προσεγγίζεις τα πράγματα.
    παράδειγμα  Can you be flexible about when you take your leave?
    Μπορείς να είσαι ευέλικτος ως προς το πότε θα πάρεις την άδειά σου;
  2. εύκαμπτος, ευλύγιστος, που μπορεί να λυγίζει εύκολα χωρίς να σπάει
    παράδειγμα  a flexible plastic tube - εύκαμπτος πλαστικός σωλήνας
    παράδειγμα  This fitness program keeps the joints flexible and mobile.
    Αυτό το πρόγραμμα γυμναστικής διατηρεί τις αρθρώσεις ευλύγιστες και κινητικές.



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
flexible flexibles

Επίθετο

[επεξεργασία]

flexible (fr)

Συγγενικά

[επεξεργασία]
 δείτε τη λέξη  fléchir
 δείτε τη λέξη  flexure

Σύνθετα

[επεξεργασία]