footbridge
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| footbridge | footbridges |
footbridge (en)
- η πεζογέφυρα
A footbridge links the two buildings.
- Μια πεζογέφυρα συνδέει τα δύο κτίρια.
- ≈ συνώνυμα: pedestrian bridge