fourchette

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

fourchette 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
fourchette fourchettes

fourchette (fr) θηλυκό

Donne-moi une fourchette de prix. Δώσε μου ένα μέγεθος τιμών (από τόσο έως τόσο).