Μετάβαση στο περιεχόμενο

fourrage

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
fourrage fourrages

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

fourrage (fr) αρσενικό