ζωοτροφή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζωοτροφή ζωοτροφές
γενική ζωοτροφής ζωοτροφών
αιτιατική ζωοτροφή ζωοτροφές
κλητική ζωοτροφή ζωοτροφές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζωοτροφή < μεσαιωνική ελληνική ζωοτροφή < αρχαία ελληνική ζῳοτροφία < ζῷον + τρέφω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζωοτροφή θηλυκό

  1. (παρωχημένο) η τροφή που είναι απαραίτητη για τη ζωή του ανθρώπου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ζωοτροφία
  2. (συνήθως στον πληθυντικό: ζωοτροφές) η τροφή για το τάισμα των ζώων, για την εκτροφή τους
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κτηνοτροφή

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]