Μετάβαση στο περιεχόμενο

fraudulent

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός fraudulent
συγκριτικός more fraudulent
υπερθετικός most fraudulent

Επίθετο

[επεξεργασία]

fraudulent (en) (επίσημο)

  • αθέμιτος, ψεύτικος, κάλπικος, που προσπαθεί να εξαπατήσει· συνήθως για να βγάλει χρήματα παράνομα
    παράδειγμα  fraudulent profits - αθέμιτα κέρδη
    παράδειγμα  fraudulent currency - ψεύτικο νόμισμα
    παράδειγμα  fraudulent documents - κάλπικα έγγραφα
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη fake