fraudulent

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

fraudulent (en)

  1. όχι τίμιος· που προσπαθεί να εξαπατήσει
  2. ψεύτικος, κάλπικος