frown
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| frown | frowns |
frown (en)
- η συνοφρύωση
His forehead was bunched in a frown.
- Το μέτωπό του ήταν ζαρωμένο από συνοφρύωση.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | frown |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | frowns |
| αόριστος | frowned |
| παθητική μετοχή | frowned |
| ενεργητική μετοχή | frowning |
frown (en)