Μετάβαση στο περιεχόμενο

frown

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
frown frowns

frown (en)

  • η συνοφρύωση
    παράδειγμα  His forehead was bunched in a frown.
    Το μέτωπό του ήταν ζαρωμένο από συνοφρύωση.
ενεστώτας frown
γ΄ ενικό ενεστώτα frowns
αόριστος frowned
παθητική μετοχή frowned
ενεργητική μετοχή frowning

frown (en)

Παράγωγα

[επεξεργασία]