Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]


frustrated (en)

  1. εμποδισμένος, ματαιωμένος
    my plans for a productive afternoon were frustrated when my computer started acting up again
  2. απογοητευμένος
    At one point as the day progressed Woodward became so frustrated [in trying to find out what had gone wrong with a story he co-authored at the Washington Post] that he wanted to blow the name of a source at the FBI... (David Halberstam, The Powers That Be, University of Illinois Press, 2000)


Αυτή η λέξη δεν έχει καλή απόδοση στα ελληνικά όταν αναφέρεται σε συναίσθημα. Πρόκειται για την κατάσταση κάποιου του οποίου εμποδίζεται η πραγματοποίηση κάποιας επιθυμίας. Το συναίσθημα έχει λίγο από απογοήτευση, λίγο από θυμό, λίγο από ταραχή. Ο άνθρωπος που είναι frustrated θέλει να ξεπεράσει τη δυσκολία ή το εμπόδιο και παρόλο που δεν μπορεί, αρκετά συχνά συνεχίζει την προσπάθεια μέχρι να αλλάξουν οι συνθήκες ή να ξεσπάσει.

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

frustrated (en)