frutto

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
frutto frutti
Ο πληθυντικός, ως περιληπτικό ουσιαστικό.

Προφορά[επεξεργασία]

frutto 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

frutto

Άλλες μορφές[επεξεργασία]