fusion

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

fusion (en)

  1. η συγχώνευση
  2. η τήξη



      ενικός         πληθυντικός  
fusion fusions

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

fusion (fr) θηλυκό

  1. η συγχώνευση
  2. η τήξη
  3. η πυρηνική σύντηξη

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]