gêné

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: gêne, gène, Gene, gene

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό gêné gênés
θηλυκό gênée gênées

gêné (fr)

  1. παρεμποδισμένος
  2. ντροπαλός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη gêner