gêneur

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Γαλλικά (fr) [edit]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό gêneur gêneurs
θηλυκό gêneuse gêneuses

gêneur (fr)

  1. αυτός που παρακωλύει, που παρεμποδίζει

Συγγενικές λέξεις[edit]

  • δείτε τη λέξη: gêner