Μετάβαση στο περιεχόμενο

gönüllü

Από Βικιλεξικό

Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
gönüllü < gönül + -lü

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɟɶ.nʏlˈlʏ/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

gönüllü (tr)

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

gönüllü (tr)