εθελοντής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εθελοντής εθελοντές
γενική εθελοντή εθελοντών
αιτιατική εθελοντή εθελοντές
κλητική εθελοντή εθελοντές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εθελοντής < αρχαία ελληνική ἐθελοντής, από το ρήμα ἐθέλω.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εθελοντής αρσενικό, εθελόντρια θηλυκό

  1. κάποιος που προσφέρει τις υπηρεσίες του, συνήθως για κάποιο κοινωφελή σκοπό
    Πολλοί εθελοντές παρουσιάστηκαν για να βοηθήσουν στην καλή λειτουργία των Ολυμπιακών Αγώνων.
  2. αυτός που παρουσιάζεται στο στρατό για να κάνει θητεία χωρίς να υπάγεται σε αυτή την υποχρέωση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]