gannet

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

/ˈɡænɪt/

Ετυμολογία en[επεξεργασία]

gannet < παλαιοαγγλικά: ganot «δυνατός και αρρενωπός»

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

  1. (ορνιθολογία) γένος: Morus, της οικογένειας: Sulidae
  2. (ΗΒ) άπληστος