garrulo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

garrulo (es) αρσενικό

  1. αγροίκος, άξεστος, βάναυσος



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

garrulo (it) αρσενικό

  1. φλύαρος