Μετάβαση στο περιεχόμενο

gel

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
gel gels

gel (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)

  • το τζελ
    παράδειγμα  The medicine is available in ointment and gel.
    Το φάρμακο κυκλοφορεί σε αλοιφή και σε τζελ.
ενεστώτας gel
γ΄ ενικό ενεστώτα gels
αόριστος gelled
παθητική μετοχή gelled
ενεργητική μετοχή gelling

gel (en)

  1. (αμετάβατο) δένω, για δύο ή περισσότερα άτομα που συνεργάζονται καλά· που αποτελούν μια επιτυχημένη ομάδα
    παράδειγμα  We just didn’t gel as a group.
    Απλώς δεν δέσαμε ως ομάδα.
  2. (αμετάβατο) αποκρυσταλλώνομαι, παίρνω πιο σαφή και καθορισμένη μορφή, λειτουργώ καλά
    παράδειγμα  Ideas were beginning to gel in my mind.
    Οι ιδέες άρχιζαν να αποκρυσταλλώνονται στο μυαλό μου.
     συνώνυμα: crystallize
  3. (μεταβατικό) βάζω ζελέ στα μαλλιά μου
    παράδειγμα  His hair was gelled.
    Έχει βάλει ζελέ στα μαλλιά του
    παράδειγμα  He has gelled hair.
    Έχει τα μαλλιά του με ζελέ.

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

gel (fr) αρσενικό

  1. η παγωνιά, το πάγωμα, ο παγετός, ο πάγος
  2. το τζελ, το ζελέ, η γέλη



Καταλανικά (ca)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

gel (ca)



Παλαιά γαλλικά (fro)

[επεξεργασία]

Συγχώνευση

[επεξεργασία]

gel

  • ge + le
    άλλες μορφές: jel