gel
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| gel | gels |
gel (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)
- το τζελ
The medicine is available in ointment and gel.
- Το φάρμακο κυκλοφορεί σε αλοιφή και σε τζελ.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | gel |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | gels |
| αόριστος | gelled |
| παθητική μετοχή | gelled |
| ενεργητική μετοχή | gelling |
gel (en)
- (αμετάβατο) δένω, για δύο ή περισσότερα άτομα που συνεργάζονται καλά· που αποτελούν μια επιτυχημένη ομάδα
We just didn’t gel as a group.
- Απλώς δεν δέσαμε ως ομάδα.
- (αμετάβατο) αποκρυσταλλώνομαι, παίρνω πιο σαφή και καθορισμένη μορφή, λειτουργώ καλά
Ideas were beginning to gel in my mind.
- Οι ιδέες άρχιζαν να αποκρυσταλλώνονται στο μυαλό μου.
- ≈ συνώνυμα: crystallize
- (μεταβατικό) βάζω ζελέ στα μαλλιά μου
His hair was gelled.
- Έχει βάλει ζελέ στα μαλλιά του
He has gelled hair.
- Έχει τα μαλλιά του με ζελέ.
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]gel (fr) αρσενικό
Καταλανικά (ca)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]gel (ca)
- ο πάγος
Παλαιά γαλλικά (fro)
[επεξεργασία]
Συγχώνευση
[επεξεργασία]gel
Κατηγορίες:
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Ρήματα (αγγλικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το 'stop' (αγγλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γαλλικά)
- Γαλλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γαλλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)
- Καταλανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (καταλανικά)
- Παλαιά γαλλική γλώσσα
- Συγχωνεύσεις (παλαιά γαλλικά)