Μετάβαση στο περιεχόμενο

goat

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
goat goats

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

goat (en)