going over
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]going over (en)
- έρευνα, εξέταση
- επισκευή, ανακαίνιση
- αυστηρή επίπληξη
- ξυλοδαρμός
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]going over (en)
going over (en)
going over (en)