governance

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία en[επεξεργασία]

μεσοαγγλικά: governance < παλαιογαλλικά governer («κυβερνώ»)
(βλέπε: govern)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

/ˈɡʌv(ə)nəns/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

governance ενικός (governances πληθυντικός)

  • η διακυβέρνηση

τρόπος, οργάνωση, μέθοδος διαχείρισης της κρατικής εξουσίας-κυβέρνησης

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • governance στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια
  • David Miller, POLITICAL PHILOSOPHY - A Very Short Introduction[1]