guichê

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
guichê guichês

guichê (pt) αρσενικό

  1. (Βραζιλία) η θυρίδα

Γράφεται επίσης[επεξεργασία]