Μετάβαση στο περιεχόμενο

halka

Από Βικιλεξικό

Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

halka (tr)

  1. κύκλος
  2. χαλκάς, δαχτυλίδι ή στρογγυλό σκουλαρίκι
  3. ξύλινο ή μεταλλικό στεφάνι σύσφιγξης (πχ για βαρέλια)