Μετάβαση στο περιεχόμενο

halter

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
  1. καπίστρι
  2. σχοινί απαγχονισμού, σχοινί με θηλιά, σχοινί κρεμάλας
  3. halter top γυναικείο ρούχο του άνω κορμού, γυναικείο ρούχο που καλύπτει το στήθος