Μετάβαση στο περιεχόμενο

handshake

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
handshake handshakes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

handshake (en)

  • η χειραψία
    παράδειγμα  The two men exchanged a warm handshake with their faces turned towards the cameras.
    Οι δύο άντρες αντάλλασσαν θερμή χειραψία με τα πρόσωπα στραμμένα στις κάμερες.