harpon

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

harpon

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
harpon harpons

harpon (fr) αρσενικό

  1. καμάκι

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

harpon (eo)