hourly

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

hourly (en)

  1. ωριαίος (που γίνεται ανά μία ώρα)
  2. συχνός
  3. που δεν πληρώνεται με μισθό αλλά με την ώρα
    an hourly worker


Επίρρημα[επεξεργασία]

hourly (en)

  1. σε ωριαία βάση, ωριαίως
  2. συχνά