Μετάβαση στο περιεχόμενο

implant

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
implant implants

implant (en)

  • το εμφύτευμα
    παράδειγμα  My dentist put in a dental implant.
    Ο οδοντίατρος μου έβαλε ένα οδοντικό εμφύτευμα.
    παράδειγμα  She had breast augmentation with silicone implants.
    Έκανε αυξητική μαστού με εμφυτεύματα σιλικόνης.
ενεστώτας implant
γ΄ ενικό ενεστώτα implants
αόριστος implanted
παθητική μετοχή implanted
ενεργητική μετοχή implanting

implant (en)

  1. (μεταβατικό) εμφυτεύω, βάζω μια ιδέα, μια στάση κτλ. στο μυαλό κάποιου
    παράδειγμα  Prejudices can easily become implanted in the mind.
    Οι προκαταλήψεις μπορούν εύκολα να εμφυτευτούν στο μυαλό.
  2. (μεταβατικό) εμφυτεύω, βάζω κάτι (συνήθως κάτι τεχνητό) σε ένα μέρος του σώματος, συνήθως σε μια ιατρική επέμβαση
    παράδειγμα  They implanted a chip in his brain.
    Του εμφύτευσαν ένα τσιπ στον εγκέφαλο.
    παράδειγμα  The doctor performed a successful operation to implant an artificial heart.
    Ο γιατρός πραγματοποίησε μια επιτυχημένη επέμβαση για την εμφύτευση τεχνητής καρδιάς.



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
implant < μέση γαλλική implanter < λατινική implanto

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
implant implants

implant (fr) αρσενικό