implant

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

implant < μέση γαλλική implanter < λατινική implanto

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
implant implants

implant (fr) αρσενικό

  1. το εμφύτευμα