implant
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| implant | implants |
implant (en)
- το εμφύτευμα
My dentist put in a dental implant.
- Ο οδοντίατρος μου έβαλε ένα οδοντικό εμφύτευμα.
She had breast augmentation with silicone implants.
- Έκανε αυξητική μαστού με εμφυτεύματα σιλικόνης.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | implant |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | implants |
| αόριστος | implanted |
| παθητική μετοχή | implanted |
| ενεργητική μετοχή | implanting |
implant (en)
- (μεταβατικό) εμφυτεύω, βάζω μια ιδέα, μια στάση κτλ. στο μυαλό κάποιου
Prejudices can easily become implanted in the mind.
- Οι προκαταλήψεις μπορούν εύκολα να εμφυτευτούν στο μυαλό.
- (μεταβατικό) εμφυτεύω, βάζω κάτι (συνήθως κάτι τεχνητό) σε ένα μέρος του σώματος, συνήθως σε μια ιατρική επέμβαση
They implanted a chip in his brain.
- Του εμφύτευσαν ένα τσιπ στον εγκέφαλο.
The doctor performed a successful operation to implant an artificial heart.
- Ο γιατρός πραγματοποίησε μια επιτυχημένη επέμβαση για την εμφύτευση τεχνητής καρδιάς.
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- implant < μέση γαλλική implanter < λατινική implanto
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| implant | implants |
implant (fr) αρσενικό
- το εμφύτευμα